http://my.aegean.gr e-Magazino
Περιβάλλον

Ημερομηνία:
Θεματική Κατηγορία: Περιβάλλον

Βιώσιμη αλιεία και Ελληνική πραγματικότητα

Βούρος Παναγιώτης περιβαλλοντολόγος:

αλιεία ΕλλάδαΚάποτε, τα χρόνια τα παλιά, όταν αναφερόσουν στο επάγγελμα του ψαρά και στις αλιευτικές του επιδόσεις, κυριαρχούσε το ρητό «Το πιάτο του ψαρά δέκα φορές είναι αδειανό και μία φορά γεμάτο». Και αυτό φυσικά είχε να κάνει, κυρίως με τη περιορισμένη αλιευτική ικανότητα των ψαράδων εκείνης της εποχής, που περιορίζονταν από την ικανότητα των σκαφών τους, σε αλιευτικό εξοπλισμό και τη δυνατότητα αντιμετώπισης των επικίνδυνων καιρικών φαινομένων.


Ακόμα και την εποχή εκείνη όμως υπήρχε κατηγοριοποίηση μεταξύ των ψαράδων, σε επίπεδο οικονομικής ευρωστίας. Άλλη η οικονομική επιφάνεια των κατόχων μεγαλύτερων μηχανοκίνητων σκαφών (καΐκια) και άλλη των απλών κατόχων μίας βάρκας με κουπιά. Άλλη όμως και η κατάσταση των ιχθυαποθεμάτων στις θάλασσες της Μεσογείου και του Αιγαίου ειδικότερα. Άλλες εποχές, άλλες αλιευτικές τεχνολογίες, άλλοι νόμοι, άλλοι άνθρωποι, λιγότεροι σε πληθυσμό, άλλες διατροφικές συνήθειες και άλλοι ελεγκτικοί μηχανισμοί κυρίως σε επίπεδο δραστηριοποίησης.

Ας έρθουμε όμως στο σήμερα και ας εξετάσουμε τα δεδομένα της Μεσογειακής αλιείας με έμφαση στην ελληνική αλιεία.

Η Επιστημονική, Τεχνική και Οικονομική Επιτροπή Αλιείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΤΟΕΑ), υπογραμμίζει ότι περισσότερο από το 54% από τα 46 αλιευτικά αποθέματα, της Μεσογείου που αξιολογήθηκαν σχετικά με την αλιευτική πίεση, υφίστανται υπεραλίευση (δηλαδή αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης ακόμα και σε νεαρή ηλικία και με πολύ υψηλή αλιευτική προσπάθεια-το γινόμενο της αλιευτικής ικανότητας του κάθε σκάφους με βάση το μέγεθος ή την ισχύ των μηχανών και του χρόνου αλιείας). Επίσης περίπου 28 % εκ των 42 αποθεμάτων εκτιμάται σε ιδιαίτερα χαμηλό μέγεθος. Στη Μεσόγειο το ποσοστό των αποθεμάτων εκτός Ασφαλών Βιολογικών Ορίων (ΑΒΟ) (ελλειπής αναπαραγωγική βιομάζα) κυμαίνεται από 44% σε 73%, με το Αιγαίο και το Κρητικό Πέλαγος (72,7%) (SEBI-2010 fullIndicatorsAnnex), να βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση. Ομοίως ένα μεγάλο ποσοστό εμπορικών ιχθυοαποθεμάτων δεν έχει αξιολογηθεί (φθάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις το 70%).

Σε ό,τι αφορά δε ειδικά τα ιχθυαποθέματα, τα βενθοπελαγικά (δηλαδή τα είδη που ζουν κοντύτερα στο βυθό της θάλασσας, π.χ. μπακαλιάρος, μπαρμπούνια, κόκκινη γαρίδα, γλώσσας, κλπ.) αποτελούν αντικείμενο υπερεκμετάλλευσης σε σχέση με τα πελαγικά αποθέματα (τα είδη που ζουν κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας π.χ. ρέγγα και σκουμπρί). Υπάρχουν παρόλα αυτά, ορισμένα μικρά πελαγικά αποθέματα (π.χ. γαύρος και η σαρδέλα), που βρίσκονται επίσης σε κατάσταση υπερεκμετάλλευσης και σε κίνδυνο μελλοντικής βιωσιμότητας τους. Τέλος τα ποσοστά το ερυθρού τόνου έχουν περιορισθεί στο 15% των αποθεμάτων που υπήρχαν πριν 40 χρόνια (ICCAT).

Ο αλιευτικός κλάδος και γενικότερα η αλιευτική βιομηχανία -όπως επίσης καλείται- λειτουργεί όπως και κάθε άλλος παραγωγικός και εμπορικός κλάδος στην εποχή μας. Βασισμένος αποκλειστικά στο μοντέλο της αυξανόμενης ζήτησης και οικονομικής μεγέθυνσης του κλάδου. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό: Πολύ απλά, ότι η αυξανόμενη ζήτηση για αλιεύματα λόγω της υψηλής διατροφικής τους αξίας, αλλά και της σύγχρονης διατροφικής κουλτούρας που οδηγεί σε υιοθέτηση ξένων διατροφικών προτύπων στα πλαίσια κάποιας «μόδας» (π.χ.σούσι), συμβάλλει στην υπεραλίευση έξω από κανόνες, νόμους και κάθε λογική αειφορίας. Στην εποχή μας δυστυχώς τα περισσότερα αν όχι τα πάντα είναι χρήμα και μετριούνται σε χρήμα και τα έσοδα και κέρδη της αλιευτικής βιομηχανίας τεράστια, ανεξαρτήτως στη  πλάτη και εις βάρος ποιων αποκτούνται. Οι ψαράδες κυρίως της μέσης αλιείας είναι πλεόν και πλοιοκτήτες (άνω του ενός σκάφους) και ξενοδόχοι και καταστηματάρχες και εισοδηματίες και προφανώς δεν τους αφορά το παλιό τραγούδι και ατάκα: «Γιατί δεν με θες κυρά μου επειδή είμαι ψαράς!!!».

Αλιεία και Ελλάδα (Παναγιώτης Βούρος)

Την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή νομοθεσία για την προστασία των θαλάσσιων ενδιαιτημάτων και ιχθυαποθεμάτων στα πλαίσια και της ΚαλΠ που ολοκληρώθηκε το 2002,  δεν φαίνεται να έχει επιτύχει το στόχο της. Ο Καν. 1967/2006 του Συμβουλίου για την αλιεία στη  Μεσόγειο έδωσε την δυνατότητα στα Κράτη Μέλη και στη δική μας για παρεκκλίσεις (αλιεία με τράτες σε μικρότερη απόσταση από την επιτρεπόμενη) οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις δεν βασίζονταν καν στις προϋποθέσεις που αυτός έθετε (π.χ. χαρτογράφιση περιοχών για καταγραφή ποσειδωνίας, επιστημονικά δεδομένα ιχθυαποθεμάτων κ.α.). Ούτε όμως και η υποχρέωση για υποβολή Εθνικών Σχεδίων Διαχείρισης για την αλιεία στα χωρικά τους ύδατα εκ μέρους αρκετών κρατών εκπληρώθηκε, ούτε η υποχρέωση σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό και την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (οδηγία για τα ενδιαιτήματα), για τον καθορισμό προστατευόμενων περιοχών εντός των υδάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους και για τη θέσπιση μέτρων διατήρησης προκειμένου να προστατευθούν ευάλωτα και απειλούμενα ενδιαιτήματα και είδη. Παράλληλα ούτε και το υπόλοιπο νομοθετικό πλαίσιο (Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982), το Πρωτόκολλο για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Μεσογείου (1995), ο Καν 734/2008 ΕΚ για την προστασία ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων της ανοικτής θάλασσας κ.α.) που διέπει τη προστασία των θαλάσσιων ενδιαιτημάτων και ιχθυαποθεμάτων της Μεσογείου φαίνεται να έχει επιτύχει τους στόχους του. Ακόμα και ο στόχος για προώθηση της Βιώσιμης Αλιείας και υδατοκαλλιέργειας της Γενικής Επιτροπής Αλιείας για τη Μεσόγειο (ΓΕΑΜ) δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται βάση και της συνεχόμενης μείωσης των ιχθυαποθεμάτων.

Οι αδυναμίες ως προς την ανωτέρω εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας οφείλονται καταρχάς στην υψηλή κερδοφορία της αλιευτικής βιομηχανίας και κυριώς της μέσης αλιείας, που επιτρέπει το ρίσκο της παραβατικότητας, στην έλλειψη ισχυρού μηχανισμού επιτήρησης ελέγχου και επιβολής κυρώσεων, στη μη κύρωση των διεθνών συμβάσεων από κάποιες τρίτες χώρες, στην ίδια τη πολιτική της ΕΕ που ακολουθεί ενισχυτική πολιτική σε σχέση με την αλιευτική δυνατότητα του Ευρωπαϊκού στόλου αλλά και σε σχέση με την διευκόλυνση πρόσβασης των ευρωπαίων αλιέων στους αλιευτικούς πόρους τρίτων χωρών με περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου αυτών των κρατών ακόμα και όταν το θέλουν! Η έλλειψη δε επαρκών επιστημονικών δεδομένων για τις ελληνικές θάλασσες δυσχερένει τη κατάσταση.

Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση σε σχέση με τις ανωτέρω αδυναμίες εφαρμογής της νομοθεσίας για την Αλιεία που καταγράφησαν. Οι έως σήμερα δε εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές της εξυπηρέτησης, σε συνδυασμό με τη αντίστοιχη δόση διαφθοράς και αδιαφορίας του κρατικού μηχανισμού αδειοδότησης, ελέγχου και κυρώσεων επέτειναν το πρόβλημα και τις επιπτώσεις του, οδηγώντας την κατάσταση σε σχέση με την αλιευτικά ενδιαιτήματα και ιχθυαποθέματα σ’ ένα κρίσιμο σημείο. Ταυτόχρονα έδωσαν το έναυσμα και για την κήρυξη του πολέμου μεταξύ των αλιέων της παράκτιας και μέσης αλιείας, δεδομένου ότι ειδικά η μέση αλιεία όπως αυτή υλοποιείται με βάση τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό (πέραν της αλίευσης μεγάλου αριθμού εμπορεύσιμων ψαρών, αλιέυση και απόρριψη μεγάλου αριθμού μη εμπορεύσιμων αλιευμάτων, επίσης περιπτώσεις χρήσης μη νόμιμου εξοπλισμού ), τις περιοχές (χωρίς αποκλεισμό των σημαντικών αλιευτικών βιότοπων, λόγω έλλειψης χαρτογράφισης και καθορισμού προστατευόμενων αλιευτικών περιοχών), την μικρή απόσταση από την ακτή (χάρις τις παρεκκλίσεις) και την έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου οδηγεί σε υποβάθμιση του θαλάσσιου περβάλλοντος και σε περαιτέρω μείωση των ιχθυαποθεμάτων. Στον πόλεμο φυσικά εμπλέχθηκαν και οι ερασιτέχνες αλιείς και οι ψαροντουφεκάδες και όλοι μαζί αλληλοκατηγορούνται για το ποιος φταίει λιγότερο ή περισσότερο. Σίγουρα κάποιος φταίει περισσότερο, όπως και ότι όλοι έχουν βάλει το λιθαράκι τους για τη σημερινή κατάσταση στη χώρα μας. Από τους παράκτιους αλιείς που κάνουν χρήση δυναμίτη, ή εγκαταλείπουν τα δίχτυα τους στο βυθό καταστρέφοντας σημαντικούς βιότοπους όπως οι τραγάνες, τους ψαράδες της μέσης αλιείας που συνεχίζουν την εντατική αλιεία όπως περιγράφηκε παραπάνω, τους ερασιτέχνες αλιείς που μόνο ερασιτέχνες δεν είναι με βάση το μέγεθος των αλιευμάτων τους, τους παράνομους ψαροντουφεκάδες που ξετρυπώνουν με τη χρήση παράνομου εξοπλισμού, ακόμα και ότι καταφέρνει να κρυφτεί σε σημαντικές ποσότητες και αυτοί.

Επίσης σε επίπεδο κρατικού μηχανισμού, σημαντική ευθύνη έχει και το λιμενικό που τα τελευταία χρόνια έχει εστιάσει στη διαχείριση της κυκλοφορίας του λιμανιού και της ακτής, παρά στον έλεγχο της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας, ακόμα και αν αυτό οφείλεται στην υποστελέχωση και στην έλλειψη ικανών μέσων ελέγχου, πέρα από τη διάθεση των εκάστοτε ένστολων. Οι ελλείψεις φυσικά αφορούν στην πολιτική διαχείριση του θέματος της αλιείας που φαίνεται να μην αποτελεί προτεραιότητα για το αρμόδιο υπουργείο, με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις, συν το γεγονός της διφορούμενης πολλές φορές αντιμετώπισης και αποφάσεων αδειοδότησης του υπηρεσιακού σκέλους του; Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και τη ρύπανση ως παράγοντα μείωσης των ιχθυαποθεμάτων ειδικότερα στη παράκτια ζώνη, ούτε και τις επιπτώσεις του αλιευτικού ανταγωνισμού στα θαλάσσια θηλαστικά που λόγω της θέσης τους στη τροφική αλυσίδα βρίσκονται σε αρκετές περιπτώσεις, υπό διωγμό και θανάτωση από τον αλιέα.

Την 1 Ιανουαρίου 2010 άρχισε να ισχύει μία νέα δέσμη αυστηρών κανόνων για την ενδυνάμωση του συστήματος ελέγχου της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Tο νέο πλαίσιο περιλαμβάνει τρεις ξεχωριστούς, κύριους, αλλά συνδεδεμένους μεταξύ τους κανονισμούς: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1005/2008 δημιουργίας κοινοτικού συστήματος αντιμετώπισης της ΠΛΑ Αλιείας, Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1006/2008 σχετικά με τις αλιευτικές άδειες σκαφών και Κανονισμός (ΕΚ)  αριθ. 1224/2009 περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου για τη ΚαλΠ. Ας ελπίσουμε αυτή η δέσμη να είναι περισσότερο αποτελεσματική ως προς την αποτροπή της ΠΛΑ αλιείας.

Τι πρέπει επιτέλους να γίνει στη χώρα μας, ενόψει και της αναθεώρησης της ΚΑλΠ; Μία καλή αρχή θα ήταν η εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας με ταυτόχρονη καταπολέμηση των εν γένει αδυναμιών του κρατικού μηχανισμού που αναφέρθηκαν παραπάνω. Η εφαρμογή όμως αυτή απαιτεί ανάληψη ευθύνης από όλες τις πλευρές που εμπλέκονται με την αλιεία και αναφέρθηκαν. Απαιτεί επίσης ταχύτητα, συννενόηση, συμμόρφωση, συζήτηση, συμβιβασμούς,σωστή εφαρμογή και κυρίως αγάπη για το θαλάσσιο οικοσύστημα. Η άρνηση αναγνώρισης του προβλήματος και της ανάγκης για εφαρμογή της βιώσιμης αλιείας, μόνο ιδιοτέλεια, νεοπλουτισμό και άγνοια μπορεί να σημαίνει, παράλληλα με την έλλειψη ενδιαφέροντος για το μέλλον της αλιείας και των μελλοντικών γεννεών. Όποιος είναι αλιέας και δεν ενδιαφέρεται να συμβάλλει σε μία ποιο βιώσιμη αλιεία σημαίνει ότι αντιμετωπίζει τη θάλασσα σαν πόρο για πρόσκαιρο κέρδος και τίποτε παραπάνω. Η θάλασσα όμως αποτελεί μέρος της ζωής του αληθινού ψαρά και της ελληνικής ιστορίας, αποτελεί ταυτόχρονα την πηγή της ζωής του πλανήτη και του ίδιου του ανθρώπου. Ποιο παιδί θα κακοποιούσε την κοιλιά της μάνας του;





Αποστολή άρθρου από ομάδα Σύνταξης My.Aegean.gr e-Magazine.

Το άρθρο αυτό προέρχεται από: MY.aegean.gr Community http://my.aegean.gr/web/ e-Περιοδικό Publisher: MyAegean (ISSN: 2459-2692)

My.Aegean.gr, άρθρο «Βιώσιμη αλιεία και Ελληνική πραγματικότητα», http://my.aegean.gr/web/article3003.html από ομάδα Σύνταξης My.Aegean.gr e-Magazine [ανακτήθηκε: 2017-11-18 16:40:52]