6η Νυχτερινή

   
   

 Ιστορία, Λογοτεχνία, Γράμματα και Πολιτισμός

 
Συγγραφέας 6η Νυχτερινή
 
       
Δευ, 01 Οκτ 2007 8:34 am
Φατσοβιβλίο  Τουίταρε  μοιράσου το...  
  Δημοσίευσηlink παραπομπής 


Nienor
Ψαρούκλα
Ψαρούκλα


Oct 01, 2007
4


Είπα το πρώτο πράγμα που θα σας γράψω εδώ να είναι ευχάριστο Smile Για μένα οι ιστορίες είναι "καλά νέα". Πάρτε μία που μου αρέσει ακόμα.

Δυο σημειωσούλες για πριν από την ανάγνωση: ο κόσμος είναι δικός μου, δουλεύεται χρόνια ατελείωτα και ανήκει στο χώρο του φάντασυ. Για ό,τι ίσως χρειαστείτε διευκρίνηση θα είμαι στη διάθεσή σας. Ελπίζω να περάσετε καλά μαζί της Smile

6η Νυχτερινή*

Το μεσημέρι ήταν κρύο. Τα μαλλιά της ανέμιζαν λυτά στο τελευταίο μελτέμι του καλοκαιριού. Ήταν κόκκινα και δυνατά, γεμάτα ζωή και σφρίγος. Τα γαλάζια μάτια της ατένιζαν το μπλε του πελάγους που απλωνόταν σε όλο το μήκος του ορίζοντα. Έσφιξε επάνω της την ψιλή εσάρπα που ήταν ριγμένη στους ώμους της, πήρε βαθιά ανάσα και, με τις μεγάλες δρασκελιές της ανυπόμονης νιότης, κάλυψε γρήγορα τη μικρή απόσταση μεταξύ του μονοπατιού και της εξώθυρας της μπλε Ταξιδεύτρας.

Στο εσωτερικό του σπιτιού όλα ήταν ήσυχα. Όπως ακριβώς τα είχε αφήσει βγαίνοντας. Η ηλικιωμένη γυναίκα λικνιζόταν στην κουνιστή καρέκλα της και παρατηρούσε το κορίτσι ερωτηματικά. Εκείνη προχώρησε προς το μέρος της κι έπειτα της γύρισε την πλάτη απότομα. Η γριά Μπλε έκανε μια απαξιωτική κίνηση με το χέρι της, σαν να ήθελε να ξορκίσει το κακό.

«¶σΆ τον κόρη μου, κανένας άντρας δεν αξίζει όσο τα νιάτα σου.»

Κι όμως, σκεφτόταν η νεαρή, κι όμως, αυτός ο άντρας αξίζει. Τον έφερε στο μυαλό της να παλεύει με τα κύματα: σκούρο μπλε ως εκεί που φτάνει η θωριά κι αυτός μια κουκίδα ανάμεσα σε υδάτινους πύργους. Ένα μικρό σημάδι αγαπημένο, επάνω σΆ έναν ναυτικό χάρτη εφιαλτικό. Προσπάθησε να διώξει την εικόνα που την πονούσε μα, όπως και όλο το πρωινό, από το χάραμα κι ύστερα που έμαθε για το ναυάγιο, δεν το κατόρθωσε.

«Δε θα μπορέσω να τα χαρώ τα νιάτα μου αν αφήσω την Αλμυρή να τον πάρει. Θα Την βλέπω όπου κι αν κοιτώ και πάντοτε θα ξέρω πως ήταν δική μου η εκλογή.»

Η κοπέλα κάθισε βαριά στην καρέκλα απέναντι από την γριά Ταξιδεύτρα και συνέχισε:

«Μόνο να είχα μια μέρα∙ μια μέρα μαζί του. Με τη γνώση αυτή θα παρέδιδα τον εαυτό μου στη βούλησή Της πρόθυμα, χωρίς δεύτερη σκέψη.»

Οι δυο γυναίκες έμειναν λίγες στιγμές σιωπηλές. Κάτι δυσοίωνο αιωρούνταν στον αέρα ανάμεσα τους. Έπειτα, η μεγαλύτερη από τις δυο τους, σηκώθηκε και η καρέκλα της έμεινε να κουνιέται με δική της βούληση.

«Σύρε στην Πορτοκαλιά και πάρε κανέλλα για τον έρωτα και δάφνη για να φύγει η παρθενιά σου. Βρέχτα στα νερά Της και φάτα ωμά. Θα σου δώσουν λίγο χρόνο, όχι μια ολάκερη μέρα, μα την ανατολή και τη δύση μιανής μονάχα από τις εφτά τις βραδινές. Κι έπειτα έλα πίσω σε μένα όταν η Σέξτια θα είναι ψηλά και το στερέωμα μπλε στο φως της και θα τον βγάλουμε από κει. Να ξέρεις μόνο τούτο: κοντά στην εκλογή σου ποιος από τους δυο σας θα ζήσει αληθινά, θα ΅ναι κι η εκλογή για τον ποιον θα κατηγορείς τα χρόνια που θα έχεις εμπρός σου. Εσένα, εκείνον, γιά την Αλμυρή; Φεύγα τώρα, μη χάνεις στιγμή.»

Η κοπέλα την κοίταξε προβληματισμένη ώσπου ο ήχος από το κούνημα της καρέκλας έσβησε. Ύστερα υπάκουσε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στα όψιμα μελτέμια. Ο ωκεανός πέρα, στΆ ανοιχτά ήταν λευκός απΆ τους αφρούς∙ η Αλμυρή ήταν οργισμένη. Γέμισε τα ρουθούνια της με πελαγίσια αλμύρα και κίνησε να κατέβει το μονοπάτι. Σε κάθε αναπνοή τα μάτια της βούρκωναν, στην εκπνοή αλάφραιναν από τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της. Εμένα, εκείνον, γιά την Αλμυρή;

~~~

Η μπλε σελήνη, η Σέξτια, ήταν ψηλά στον ουρανό. Η πλάση όλη έμοιαζε με το ανοιχτό πέλαγος στο χρώμα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα κύματα που έσκαζαν στα βράχια της ακτής. Μπάσες νότες που έδιναν το ρυθμό. Η ηλικιωμένη μπλε Ταξιδεύτρα άρχισε να σιγομουρμουρίζει έναν σκοπό. Το κορίτσι, δίπλα της, έβγαλε τα ρούχα του και ρίγησε στο νυχτερινό αγιάζι. Η Ταξιδεύτρα δυνάμωσε τον τόνο και τραγούδησε για πρώτη φορά την κύρια μελωδία. Τα κύματα έμοιασαν να άλλαξαν το ρυθμό τους ελαφρά για να τη διευκολύνουν. Η φωνή της ηλικιωμένης δυνάμωσε και μπλέχτηκε με το βουητό του ανέμου. Το κορίτσι άρχισε να λικνίζεται κι έπειτα να χορεύει στους τόνους της μουσικής. Το νεαρό κορμί της γυάλιζε σαν ακριβή πορσελάνη στο φως της έκτης σελήνης και τα μαλλιά της σχημάτιζαν γύρω της μια κοκκινωπή δίνη καθώς τα φυσούσε το μελτέμι κι ακολουθούσαν την κίνησή της. Ξάφνου, η φωνή της ηλικιωμένης γυναίκας υψώθηκε πάνω από τα στοιχεία της φύσης σε ένα ξέσπασμα από ψηλές νότες. Η κοπέλα άνοιξε διάπλατα τα χέρια της και υψώθηκε στον αέρα για μια στιγμή μονάχα. Κι ήταν τόση η νεαρή ομορφιά της, που η έκτη σελήνη πάνωθέ τους υποκλίθηκε από κει ψηλά που τις κοιτούσε. Έπειτα οι νότες σώπασαν και το κορίτσι έπεσε στην αγκαλιά της αμμουδιάς εξαντλημένο.
~~~

Μία ολόκληρη μέρα πάλευε με τα κύματα. Είχαν ναυαγήσει το χάραμα. Είχε δει τους συντρόφους του να εξαφανίζονται κάτω από τεράστιους όγκους νερού και το τρικάταρτό του να σπάζει σε πολλές μεριές πριν βυθιστεί. Ήταν βράδυ πια, περασμένη τρίτη νυχτερινή, μα του φαινόταν πως είχε περάσει πολύ περισσότερος καιρός. Η εξάντληση τον κέρδιζε και δεν ένιωθε πια τα μέλη του σώματός του. Θα είχε παραδοθεί στη λήθη της Αλμυρής πολύ νωρίτερα, αν εκείνη η αγαπημένη φιγούρα με τη φωτιά στα μαλλιά της δεν είχε εμφανιστεί σαν όνειρο στον ξύπνιο του, λες για να του δώσει δύναμη να συνεχίσει να κολυμπά. Τα βάθη τον καλούσαν με τα θέλγητρα της λησμονιάς που προσέφεραν, όμως η εικόνα του προσώπου της κρατούσε το δικό του στην επιφάνεια, υψώνοντας τη δύναμη των μυών του πέρα από το φυσιολογικό. Έπρεπε να τα καταφέρει για να την ξαναδεί. Έπρεπε να τα καταφέρει για να τη σφίξει ακόμα μια φορά στην αγκαλιά του.

Με τις σκέψεις αυτές αισθάνθηκε τα κύματα να πυργώνουν γύρω του, μα όταν τραβήχτηκαν πίσω το αριστερό του πόδι χτύπησε σε βράχο. Ήταν τόσο μουδιασμένος από την υποθερμία, που σχεδόν δεν ένιωσε το χτύπημα που του έσχισε τη γάμπα. Κοίταξε πιο προσεκτικά και είδε την ακτή. Λίγο πριν δεν ήταν εκεί, σκέφτηκε. Μια στιγμή πιο πριν δεν ήταν εκεί. Όμως μπορεί να τον είχε μπερδέψει το μπλε φως της Σέξτιας -το φως του ωκεανού, όπως συνήθιζαν να το λένε στα νησιά, κάτω από το οποίο όλη η πλάση έμοιαζε ένας μεγάλος ωκεανός. Δεν είχε σημασία, χρειαζόταν όλες του τις δυνάμεις για να βγει. Μπορούσε να το σκεφτεί αργότερα.

Κατάφερε να βγει στην αμμουδιά της παραλίας, γαντζώθηκε και σύρθηκε στην άμμο. Αισθάνθηκε πως θα λιποθυμούσε από την εξάντληση, όταν είδε τη μορφή της ξαπλωμένη δίπλα του. Χαμογέλασε και πήγε να κλείσει τα μάτια του, όμως πριν προλάβει να αφεθεί στη λήθη που είχε ανάγκη το κορμί του, τα άνοιξε ξανά διάπλατα γιατί κάποιο μέρος του μυαλού του συνειδητοποίησε πως αυτό που είδε δεν ήταν όραμα, μα η ίδια η αγαπημένη του, ξαπλωμένη γυμνή στο γιαλό ακριβώς στο σημείο όπου είχε ξεβραστεί εκείνος από τη θάλασσα. Ήταν παραπάνω από αρκετό για να τον κρατήσει ξύπνιο. Σύρθηκε με δυσκολία κοντά της ξέπνοος και τη φίλησε. Εκείνη άνοιξε τα γαλάζια μάτια της και τον κοίταξε γλυκά.

«Μα πως... πως είναι δυνατό;» κατάφερε να ψελλίσει.

«Κοίτα,» του αποκρίθηκε εκείνη δείχνοντας τον ουρανό, «η μπλε δύει και θα ανατείλει η Σέπτια, που στο φως της κρατάει τα μυστικά και τα φυλάγματα. Δεν κάνει να απαντώ.»

Του χαμογέλασε και πάλι παιχνιδιάρικα και στριφογύρισε στην άμμο το κορμί της ώσπου τον έφτασε και κόλλησε επάνω του. Εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του ανακουφισμένος και ανταπέδωσε τα φιλιά της με θέρμη. Στιγμή δε σκέφτηκε που βρήκε το κουράγιο να της κάνει έρωτα όλη την τελευταία νυχτερινή. Αποκοιμήθηκε κρατώντας την στην αγκαλιά του με το κύμα να σκάει στα πόδια του και τη θέρμη του κορμιού της να τον κρατάει ζεστό.

~~~

Το ξημέρωμα ήταν δροσερό, όμως σαν φάνηκε η Ράουρα με το ζεστό της πρόσωπο στον ουρανό η υγρασία της αυγής άρχισε να στεγνώνει. Η γυναίκα καθόταν σε ένα βραχάκι της παραλίας κοιτάζοντας τον άντρα που κοιμόταν δίπλα στο νερό. Οι ρυτίδες στο πρόσωπό της έμοιαζαν με αυτές του ανταριασμένου ωκεανού. Τα μαλλιά της ήταν λευκά και ξέπλεκα σαν τον αφρό της θάλασσας και το κορμί της σκεβρωμένο σαν καραβόξυλα από ναυάγιο που τα ξέβρασε η Αλμυρή σε κάποια ανήλιαγη ακτή. Φορούσε ένα φουστάνι που της ήταν πολύ μεγάλο και το κρατούσε μαζεμένο στην ποδιά της με χέρια γεμάτα πανάδες και ζάρες. Μα στα μεγάλα, ξέθωρα μάτια της τρεμόφεγγε ακόμη το φως της νιότης καθώς τον κοιτούσε να κοιμάται. Απόλαυσε τη στιγμή που τον είδε να σηκώνεται: γερός και νέος σαν την αυγή, ζωντανός∙ ύστερα σφούγγισε τα μάτια της κι άρχισε να ανηφορίζει προς το λόφο με κουρασμένα, γέρικα βήματα. Εμένα, εσένα, γιά την Αλμυρή; Γιά κανέναν;

Τέλος




*το παρόν έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Συμπαντικές Διαδρομές με αυτόν τον τίτλο και στο sff.gr με τον τίτλο "Εμένα, εσένα γιά την Αλμυρή;"

     
   
Όλες οι Ώρες είναι GMT + 2 Ώρες (ώρα Ελλάδας)


   


 
Μετάβαση στη:  
 



Πρόσφατες συζητήσεις - topics