Ποια Ευρωπαϊκή Ανώτατη Εκπαίδευση;
Έκκληση Πανεπιστημιακών Δασκάλων και Ερευνητών
Οι υπογράφοντες διδάσκοντες (μέλη ΔΕΠ και συμβασιούχοι), ερευνητές και υπότροφοι από πολλά Πανεπιστήμια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπεύθυνοι απέναντι στην κοινωνία σε διαφορετικά γνωστικά πεδία (ως πρόσωπα και όχι ως εκπρόσωποι κάποιου Πανεπιστημίου) θέλουμε να διαμαρτυρηθούμε δημοσίως για την κατεύθυνση που παίρνει η διαδικασία οικοδόμησης του ‘Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης [και Έρευνας]’, ως προς τις εκπαιδευτικές δομές αλλά και την ίδια την έννοια του Πανεπιστημίου και τον ρόλο του στην ανώτατη εκπαίδευση. Έχοντας συνείδηση ότι για την καλυτέρευσή της απαιτούνται σημαντικές αλλαγές, θέλουμε ωστόσο να προειδοποιήσουμε ότι είναι αναγκαίος ένας δημόσιος διάλογος όπου ορισμένες πλευρές εξόχως σημαντικές θα μπορούσαν να τεθούν υπό κρίση.
Ανησυχούμε γιατί ο μετασχηματισμός του Πανεπιστημίου σχεδιάστηκε χωρίς ουσιαστικό δημόσιο διάλογο ή με έναν διάλογο όπου οι πολλές φωνές που ακούγονται δεν αφήνουν να ακουστεί η γνώμη των πανεπιστημιακών καθηγητών και φοιτητών [ή έναν μονόλογο με προειλημμένες αποφάσεις και κρυφές πολιτικές -- πρβλ. με 3 νομοσχέδια εκτός ΕΣΥΠ: ΔΟΑΤΑΠ, ΙΔΒΜ, Διασφάλιση Ποιότητας – Πιστωτικές Μονάδες – Συμπλήρωμα Διπλώματος].
Ανησυχούμε γιατί με το πρόσχημα ότι το Πανεπιστήμιο θα πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία, κάτι που κανένας δεν αμφισβητεί, πολλαπλασιάστηκαν οι εξω-πανεπιστημιακοί φορείς, τα ινστιτούτα [και οι διοικήσεις], που διοικούνται από πολιτικές δυνάμεις ή ομάδες πίεσης και κατευθύνουν την πολιτική στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων.
Ανησυχούμε γιατί με το πρόσχημα ότι το Πανεπιστήμιο θα πρέπει ν’ ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες, ερμηνεύουν το τι είναι κοινωνία με εντελώς μειωτικό τρόπο, δηλαδή ότι το Πανεπιστήμιο πρέπει να μπει στην υπηρεσία αποκλειστικά και μόνο των επιχειρήσεων και ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο η κατάρτιση των επαγγελματιών που αυτές έχουν ανάγκη.
Ανησυχούμε γιατί παραβλέπεται κάθε άλλη κοινωνική ανάγκη που δεν είναι λιγότερο σημαντική και δεν έχει εμπορικό ενδιαφέρον αλλά προσεγγίζει τους στόχους που ακολουθεί μερίδα των φοιτητών, όπως για παράδειγμα, η έρευνα στέρεης θεωρητικής σπουδής σε μια επιστημονική ειδικότητα, ή οι ανθρωπιστικές σπουδές, ή η καλλιέργεια πολλαπλών πεδίων τέχνης και γνώσης, που συναποτελούν μέρος της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς και αξίζει να διατηρηθούν και να μεταδοθούν.
Ανησυχούμε γιατί οι αλλαγές που επιχειρούνται δεν σέβονται τις ιδιομορφίες κάθε Πανεπιστημιακού γνωστικού αντικειμένου και ότι θα εφαρμοστεί ένας μοναδικός τύπος πτυχίων και διπλωμάτων, όπου η κυρίαρχη τάση θα είναι η επαγγελματοποίησή τους σε πλαίσιο όπου θα κυριαρχεί η καθαρή χρησιμοθηρία της γνώσης. Ανησυχούμε ιδιαίτερα γιατί τα κριτήρια της λεγόμενης ‘αποτίμησης της ποιότητας’ θα αποτελέσουν ένα άκαμπτο καλούπι που θα καταστήσει ανέφικτη την ποικιλομορφία των πανεπιστημιακών σπουδών.
Ανησυχούμε γιατί όταν εισβάλει αυτό που μερικοί ονομάζουν ‘κουλτούρα ποιότητας’, το Πανεπιστήμιο θα πάψει να υπάρχει ως τέτοιο επειδή θα διοικείται σαν επιχείρηση, πράγμα που συνεπάγεται ότι θα νοείται σαν μια δραστηριότητα του τομέα παροχής υπηρεσιών, όπου η γνώση μετατρέπεται σε εμπόρευμα και οι φοιτητές σε πελάτες.
Ανησυχούμε γιατί ορισμένοι ‘εμπειρογνώμονες’ της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης αποφάσισαν ότι η προσαρμογή των φοιτητών στην αγορά εργασίας θα πρέπει να είναι ο μοναδικός σκοπός της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης κι ότι αυτό μεταφράζεται σε συλλογή ‘ικανοτήτων’, ‘δεξιοτήτων’ και ‘εμπειριών’, το οποίο στην πραγματικότητα υπονοεί κενότητα περιεχομένου συγκεκαλυμένη με μια νέα διάλεκτο εξω-ακαδημαϊκής προέλευσης. Ανησυχούμε πολύ ειδικότερα γιατί οι διοικήσεις έχουν αρχίσει να μιλάνε για την απόκτηση γνώσης σαν να πρόκειται για ‘περιοριστικό στοιχείο’, σαν να πρόκειται για παλιό συνήθειο από το οποίο πρέπει σύντομα ν’ απαλλαγούμε.
Ανησυχούμε γιατί ανάμεσα στους άρρητους στόχους του αυξανόμενου νέου πληθυσμού, που καμώνονται τους ‘εμπειρογνώμονες, είναι η απόφαση να δώσουν στον ανταγωνσιμό τις ‘ικανότητες’, τις ‘δεξιότητες’ και τις ‘εμπειρίες’ -- με τίμημα την πραγματική γνώση σε κάθε γνωστικό αντικείμενο. Βλέπουμε ειδικά στην περίπτωση της Ισπανίας την πρόθεση να δώσουν λάθος λύση στη σχολική αποτυχία των μαθητών. Αυτό οφείλεται στην ακατάλληλη κατάρτιση των μαθητών που εισάγονται στο Πανεπιστήμιο, και η οποία υποχρέωσε πολλά πανεπιστημιακά τμήματα να κάνουν εισαγωγικά μαθήματα κατά ομάδες για να θεραπεύσουν τις συνέπειές της.
Ανησυχούμε γιατί, μ’ αυτή την έννοια και με το σύνθημα ‘από τη διδασκαλία στη μάθηση’, η αναγκαία παιδαγωγική θεώρηση για την πανεπιστημιακή διδασκαλία, έγινε πρόσχημα για να επιτραπεί σε μία ειδικότητα (την ψυχοπαιδαγωγική) να καθοδηγεί όλες τις άλλες. Φοβόμαστε ότι μία αλλαγή αυτού του είδους δεν οδηγεί παρά σε αμέτρητη αύξηση της γραφειοκρατικής δουλειάς του καθηγητή (προγραμματισμός, ημερολόγια, οδηγοί διδασκαλίας) που απορροφούν την ενέργειά του χωρίς να αυξάνουν την ποιότητα της διδασκαλίας του. Δείτε τι έγινε με τη διδασκαλία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της Ισπανίας, αυτό ήταν πολύ πιο ανησυχητικό.
[Ανησυχούμε γιατί η ευθύνη για την ανεργία των νέων φορτώνεται στις Πανεπιστημιακές σπουδές.]
Ανησυχούμε γιατί οδηγούμαστε σ’ ένα Πανεπιστήμιο όπου οι καθηγητές δεν θ’ αποτιμώνται κυρίως από τις αρετές τους στη διδασκαλία και την έρευνα αλλά από την ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις νέες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ) και στην παιδαγωγική του «μαθαίνω να μαθαίνω» κι έτσι φτάνουμε σ’ ένα Πανεπιστήμιο που θα προσδιορίζεται από χαμηλότερο ποιοτικό επίπεδο καθηγητών και ερευνητών (κάτι που πράγματι θα επιτρέψει τη μείωση του κόστους).
Ανησυχούμε γιατί δεν είδαμε καμία σοβαρή μελέτη να αντιμετωπίζει τις οικονομικές ανάγκες αυτού του μετασχηματισμού στο Πανεπιστήμιο (όπως π.χ. πιθανή αύξηση προσωπικού, αναδιαμόρφωση της υποδομής, νέο εξοπλισμό) χωρίς την οποία είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Άλλωστε αυτό συνδυάζεται με την πρόθεση να υλοποιηθεί αυτός ο μετασχηματισμός χωρίς αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης (με ‘μηδενικό κόστος’).
Ανησυχούμε ιδιαίτερα γιατί η τρέχουσα πολιτική αποβλέπει στη μείωση του οικονομικού βάρους της εκπαίδευσης προς τον δημόσιο τομέα και στην ενίσχυση της ιδιωτικής χρηματοδότησης (η οποία μάλιστα κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται ‘εξωτερική χρηματοδότηση’) μέχρι του σημείου η ανάγκη αυτή να θεωρείται εκπληκτική συνθήκη ποιότητας (όπως συνέβη με την ‘εξωτερική’ χρηματοδότηση των διδακτορικών [στην Ελλάδα, τα προγράμματα χρηματοδότησης ΠΕΝΕΔ της ΓεΓΕΤ.]). Γιαυτό, ανησυχούμε γιατί, ως αποτέλεσμα του νέου συστήματος χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων, τα Πανεπιστήμια βλέπουν τον εαυτό τους υποχρεωμένο να κατανοούν την αποστολή τους ως παραγωγή εκείνων μόνο των προϊόντων που είναι πρόθυμες να πληρώσουν οι εταιρίες.
Ανησυχούμε γιατί στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση οι κοινωνικές διαφορές θα οξυνθούν. Φοβόμαστε δε ειδικότερα ότι τα πτυχία θα μετατραπούν σε ‘διαβατήρια’ εισαγωγής στον κόσμο της εργασίας, ενώ τα διδακτορικά διπλώματα, αυτά που πράγματι εισάγουν μια ποιοτική διαφορά, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο μιας απλής εμπορικής πράξης.
Ανησυχούμε γιατί η συνεχής κατάρτιση και η ευελιξία του προγράμματος σπουδών, που υποστηρίζει αυτός ο μετασχηματισμός για τους καθηγητές και τους φοιτητές, θα δώσει την ευκαιρία και το άλλοθι για χαμηλότερη ποιότητα ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία στην πράξη θα συμβάλει στην κατάρτιση των αυριανών μισθωτών των οποίων οι συνθήκες εργασίας θα είναι υποβαθμισμένες και θα υφίστανται ακραίες μορφές κινητικότητας στην Ευρώπη, αυτές που προπαγανδίζονται από τους εργοδότες.
Ανησυχούμε, τέλος, γιατί η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν θα υπάρχει για να ακούγεται, θα ικανοποιείται με το απλό «ὁ σῷζων ἑαυτόν σωθῆτο», ή όπως λέγεται στο Πανεπιστήμιο Paris VIII «καθένας για τον εαυτό του και η αγορά για όλους». Αυτό που διακυβεύεται είναι το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου κοινωνικού κράτους.
Μαδρίτη, Μάρτιος 2005
estamospreocupados2007 ΣΤΟ yahoo ΤΕΛΕΙΑ es
http://fs-morente.filos.ucm.es/debate/inicio.htm
Όνομα:
Ιστοσελίδα:
Σχολή:
Τμήμα:
Πανεπιστήμιο:
Θέση*:
e-mail:*
*Προαιρετικά
To Sign Manifesto ==> Υπογραφή Έκκλησης
Restore ==> Σβήσιμο εγγραφών