Γράφει ο Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου
Οι επαγγελματικές προσδοκίες των εφήβων ποικίλουν ανάλογα με την κοινωνική τους καταγωγή. Δηλαδή, τα παιδιά που ανήκουν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις προτιμούν, συνήθως, επαγγέλματα που μπορούν να ικανοποιήσουν βαθύτερα προσωπικά ενδιαφέροντα. Αντίθετα, άτομα που προέρχονται από αγροτικά - εργατικά στρώματα, ενδιαφέρονται για επαγγέλματα που εξασφαλίζουν καλύτερες αμοιβές και επαγγελματική ασφάλεια.
Σε άλλη έρευνα (Woodbury 1966, στο Kidd et al. 1980), φάνηκε ότι παιδιά που προέρχονταν από υψηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα προτιμούσαν επαγγέλματα που σχετίζονταν με τη Διοίκηση (ηγετικές θέσεις), ενώ παιδιά που προέρχονταν από τη μεσαία τάξη, προτιμούσαν στόχους που σχετίζονταν με την επαγγελματική σταθεροποίησή τους και γενικά την απόδοση στην εργασία τους. Τέλος, παιδιά των κατώτερων κοινωνικά τάξεων προτιμούσαν επαγγέλματα που τους παρείχαν οικονομικές απολαβές, ασφάλεια, ποικιλία και δημιουργικότητα. Οι Hannah και Kahn (1989), σε έρευνά τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα κορίτσια με προέλευση υψηλού κοινωνικού επιπέδου επιλέγουν επαγγέλματα υψηλού κοινωνικού γοήτρου και «ανδρικά» επαγγέλματα συχνότερα από ό,τι τα κορίτσια με προέλευση από χαμηλό κοινωνικό επίπεδο.

Συσχετίζοντας το οικογενειακό εισόδημα με την επίδοση των μαθητών ο Κασσωτάκης διαπίστωσε ότι, όσο υψηλότερο είναι το οικογενειακό εισόδημα, τόσο υψηλότεροι είναι και οι μέσοι όροι σχολικής επίδοσης. Το εισόδημα, όμως, βρίσκεται σε άμεση σχέση με το επίπεδο μόρφωσης, αλλά και με το επάγγελμα των γονέων. Η υπεροχή στην επίδοση μπορεί να οφείλεται στο υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και όχι στο υψηλότερο εισόδημα. Υπάρχουν περιπτώσεις που το εισόδημα είναι υψηλό, ενώ το μορφωτικό επίπεδο είναι σχετικά χαμηλό. Σ'αυτή την περίπτωση, η οικονομική υπεροχή παίζει μερικές φορές σημαντικό ρόλο στην καλύτερη επίδοση των μαθητών. Πιθανόν, σε περιπτώσεις εύπορων γονέων, χωρίς υψηλό μορφωτικό επίπεδο η οικονομική υπεροχή επιτρέπει να εξασφαλίζουν στα παιδιά τους ιδιαίτερα μαθήματα, βιβλία, ταξίδια και άλλα μέσα, που τους δίνουν τη δυνατότητα να αναπληρώσουν ό,τι αυτοί δεν μπορούν άμεσα να τους προσφέρουν.

Έρευνες του Ο.Ο.Σ.Α. υποστηρίζουν ότι αυτό που διαφοροποιεί την επίδοση στα μαθήματα και γενικότερα στα επαγγελματικά σχέδια των νέων, είναι το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και όχι η οικονομική ευχέρεια. Από τις έρευνες που αναφέρθηκαν παραπάνω, φαίνεται ότι το μορφωτικό επίπεδο είναι ίσως σημαντικότερος παράγοντας για την επίδοση στα μαθήματα από ό,τι το οικογενειακό εισόδημα, χωρίς να παραγνωρίζεται και ο ρόλος του τελευταίου. Οι Mullis et.al. (1998), o Holland (1962) και ο Hansen (1984), θεωρούν ότι το επάγγελμα των γονέων διαμορφώνει τα ενδιαφέροντα των μαθητών. Μαθητές με γονείς που εργάζονταν ως ανειδίκευτοι εργάτες είχαν υψηλότερες βαθμολογίες στο «ρεαλιστικό» επαγγελματικό τύπο, ενώ μαθητές με γονείς που εργάζονταν σε επαγγέλματα που απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις, είχαν υψηλότερες βαθμολογίες στον «καλλιτεχνικό», «κοινωνικό» και «συμβατικό» τύπο.
Με την πάροδο της ηλικίας τους οι μαθητές με γονείς σε ανώτερα επαγγέλματα απολάμβαναν πιο διευρυμένες επαγγελματικές επιλογές, ήταν περισσότερο ευέλικτοι και προσαρμόσιμοι στην αγορά εργασίας. Οι ερευνητές συμπέραναν ότι οι γονείς με ανώτερα επαγγέλματα ενθάρρυναν πολύ περισσότερο τα παιδιά τους, παρείχαν περισσότερη αυτονομία και ενίσχυαν τις επιλογές τους.
Πηγές εικόνων (επιμέλεια από ομάδα σύνταξης MyAegean): (1), (2), (3)



