Γράφει ο Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου
Η διεθνής έρευνα δεν έχει κατορθώσει να αποδείξει πώς το οικογενειακό περιβάλλον επιδρά στην ψυχοσύνθεση των κωφών και βαρήκοων παιδιών. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το παιδί με ακούοντες γονείς βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση, επειδή αντλεί τα πρότυπα επικοινωνίας από φυσικά προφορικά μοντέλα. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι η χρήση της νοηματικής γλώσσας από τους κωφούς γονείς παρέχει συγκριτικό πλεονέκτημα στα κωφά παιδιά, επειδή τα εισάγει νωρίς στη μοναδική αποτελεσματική δίοδο επικοινωνίας. Επιπλέον, οι κωφοί γονείς μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών τους.
Παρόμοιες έριδες σημειώνονται στις απόψεις περί ένταξης των κωφών μαθητών σε κανονικές τάξεις ή στην ολοκληρωτική παραμονή τους σε ειδικά σχολεία. Αρκετές έρευνες συγκλίνουν στο εύρημα ότι τα μικτά σχολεία είναι καταλληλότερα, επειδή παρέχουν νόρμες συμπεριφοράς και από τον κόσμο των κωφών και από τον κόσμο των ακουόντων. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η παραμονή σε ειδικά σχολεία βοηθά τα κωφά παιδιά να αναπτύξουν την αυτοεκτίμησή τους βασιζόμενα στην κοινωνική σύγκριση της εσωομάδας και να αποφύγουν τα σκώμματα των ακουόντων μαθητών. Στη βιβλιογραφία, πάντως, υποστηρίζεται ότι η δημιουργική επικοινωνία με τους γονείς και τους συνομηλίκους καθορίζει την ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη των κωφών παιδιών.


Η χειλεανάγνωση είναι μια δεξιότητα που οι περισσότεροι κωφοί δε μπορούν να αναπτύξουν σε μεγάλο βαθμό χωρίς σχετική εκπαίδευση. Επιπλέον, η συντριπτική πλειοψηφία των κωφών και βαρήκοων δε μπορεί να χρησιμοποιήσει έναρθρο λόγο με τρόπο καταληπτό, ακόμα και μετά από πολλά χρόνια λογοθεραπείας. Υπό αυτή την έννοια η μόνη ασφαλής διέξοδος επικοινωνίας είναι η καλλιέργεια οπτικών μεθόδων, γεγονός που προϋποθέτει την έγκαιρη και καθολική αποδοχή της ταυτότητας του κωφού. Ταυτόχρονα όμως η κουλτούρα αυτή πυροδοτεί κοινωνικά στερεότυπα και οδηγεί στην περιθωριοποίηση.
Το κωφό άτομο αντιμετωπίζει ένα δίλημμα: Να ενταχθεί στην κοινωνία των ακουόντων απαρνούμενο τα ιδιοσυστατικά του χαρακτηριστικά ή να ενσωματωθεί πλήρως στην κοινότητα των κωφών και να αυτοπεριοριστεί. Η λύση, φυσικά, είναι η άρνηση αυτού του διπολισμού. Σκοπός της αγωγής είναι να διδάξει στον κωφό μαθητή πώς να επιλέγει τα καταλληλότερα για την ανάπτυξή του στοιχεία και από τις δύο κουλτούρες. Η εκ γενετής κώφωση θεωρείται βαρύτερη, επειδή κάνει εντονότερα τα γλωσσικά προβλήματα και ανεπαρκή την ανάπτυξη του συμβολικού κώδικα. Η επίκτητη κώφωση συνεπάγεται έντονα τραυματικά συναισθήματα και συνιστά πλήγμα για την αυτοεκτίμηση, χωρίς να αποτελεί απειλή για την ακεραιότητα του γλωσσικού κώδικα, αν και είναι γνωστή η γλωσσική εξασθένιση, που παρουσιάζεται, εάν δεν υπάρξει κατάλληλη άσκηση.
Ουσιαστικά τα άτομα με επίκτητη κώφωση αξιακά και ιδεολογικά ανήκουν στον κόσμο των ακουόντων και δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση. Ακόμα ένα σημείο τριβής στη διεθνή βιβλιογραφία είναι ο βαθμός και η βαρύτητα της κώφωσης. Όσοι πάσχουν από βαθιά απώλεια ακοής, αναγκάζονται να προσδιορίσουν τη ζωή τους σε συνάρτηση με την κώφωση και να πορευτούν αποδεχόμενοι την κατάσταση.

Αντίθετα, τα άτομα με υπολειμματική ακοή δε μπορούν να λειτουργήσουν ούτε ως ακούοντες, ούτε ως κωφοί. Χρειάζονται την πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία, τη σταθερή οπτική επαφή, τη χειλεανάγνωση και την κατανόηση της γλώσσας του σώματος, για να είναι αποτελεσματικά. Επαναλαμβανόμενες αποτυχίες στην επικοινωνία οδηγούν σε χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Παρά τις σύγχρονες τεχνολογικές καινοτομίες (κοχλιακά εμφυτεύματα, ακουστικά βαρηκοΐας) η επιστήμη δεν έχει κατορθώσει ακόμα να θεραπεύσει πλήρως τα προβλήματα ακοής. Η σύγκριση με την εξωομάδα των ακουόντων δρα συνήθως αρνητικά.
Πηγές εικόνων (επιμέλεια από ομάδα σύνταξης MyAegean): (1), (2), (3), (4)



