Γράφει η Ιωάννα Αθανασοπούλου:
Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο στάθηκε μια βραδιά πριν μερικούς μήνες. Είχα βγει με μια παρέα που την απάρτιζαν αποκλειστικά απόφοιτοι φιλολογίας. Εγώ ήμουν το μόνο άτομο που σπούδαζε κάτι διαφορετικό. Έχει σημασία αυτό και γι’ αυτό το τονίζω.
Αφού λοιπόν αναλύσαμε τα περί ΑΣΕΠ, αφού πραγματικά διασκέδασα με τις αφηγήσεις των φίλων μου σχετικά με αστεία περιστατικά που συνέβησαν στα ιδιαίτερα μαθήματα, που κάνουν οι περισσότεροι πλέον σε παιδιά Γυμνασίου και Λυκείου, μοιραία το μπαλάκι κατέληξε στο θέμα «σχέσεις».
Εδώ λοιπόν, ως γιατρός και θεωρητικολόγος της παρέας, κλήθηκα να απαντήσω στο σημαίνον ερώτημα που έθεσε ο κολλητός του αδελφού μου, Σωκράτης:
- «Ιωάννα, να σε ρωτήσω κάτι, ως γυναίκα;»
- «Πρόσεχε τι θα ρωτήσεις», του σφύριξα μέσα από τα δόντια απειλητικά.

Τελικά ρώτησε:
«Γιατί, εσείς οι γυναίκες -οι περισσότερες τουλάχιστον- θίγεστε όταν ο γκόμενός σας, σας αποκαλέσει ‘γκόμενά’ του, αλλά γουστάρετε τρελά όταν σας λέει ‘γκομενάρα’ του;»
Με τον απόηχο της ερώτησης οι ψίθυροι και τα πηγαδάκια της παρέας σταμάτησαν αυτόματα. Οκτώ άνθρωποι, οκτώ ζευγάρια μάτια άρχισαν να με στεκάρουν έντονα αναμένοντας μια από τις γνωστές παραφιλολογικές μου αναλύσεις, που ταλαντεύονται μεταξύ της ακαταμάχητης γοητείας του Φλωρινιώτη και της νευροβιολογικής ανάλυσης του έργου του Προυστ. Εγώ σιωπούσα. Η σιωπή αυτή προσέδιδε ακόμα μεγαλύτερη ένταση.
Στα βλέμματα των φίλων μου ήταν ζωγραφισμένα ερωτήματα: «Θα τον βρίσει;», «Γιατί δεν απαντά;», «Ρε, λες να ’παθε τίποτα;».
Άρχισαν να χαμογελούν πονηρά. Μετά αμήχανα. Συνήλθα, γύρισα προς τον Σωκράτη και του απάντησα:
- «Σωκράτη, you rocked my world. Δεν έχω λόγια».
Σοκ και δέος! Οι φίλοι μου δεν μπορούσαν (ή δεν ήθελαν) να πιστέψουν ότι δε θα έμπαινα καν στη διαδικασία να τους προκαλέσω το αισθητικό τους κριτήριο τουλάχιστον για μισή ώρα, ακολουθώντας το δρόμο του Ιονέσκο.
Απογοητεύτηκαν και με χτύπησαν στο αδύναμο σημείο μου, τον εγωισμό μου. Πετάχτηκε κάποιος και είπε:
- «Έλα Ιωάννα, τώρα, σου την είπε άγρια ο Σωκράτης! Δεν μπορείς να απαντήσεις».

Κλικ! Πάτησε κουμπάκι ο τύπος! Τον κοίταξα κατάματα, αποτελείωσα τον χυμό ροδάκινο παίζοντας με το καλαμάκι και κάνοντας τον αγενέστατο ήχο όταν αυτό ρουφάει αέρα, άφησα το ποτήρι μου (άδειο πια) στο τραπέζι, χαμογέλασα και τους καλωσόρισα στο θέμα.
- «Από πού λοιπόν προέρχεται η λέξη ‘γκόμενα’;» Η παρέα έχει τις γνώσεις να απαντήσει και μάλιστα άμεσα.
- «Από την ιταλική λέξη gommeno, που βγαίνει από το γαλλικό gommeux και σημαίνει αυτόν που βάζει μπριγιαντίνες κι αρώματα». Τάδε έφη Μιχάλης.
Η Έλενα πάλι νόμιζε ότι είναι απόγονος του woman με παρηχήσεις.
Τέλος, ο Μανώλης έκανε το θεαματικό κλείσιμο.
- «Το ‘γκόμενα’ σύμφωνα με τον Ανδριώτη βγαίνει από το ιταλικό gomena, που μεταφορικά σημαίνει το σχοινί που βάζει ο εραστής στο λαιμό του.»
Στο τελευταίο ξέσπασαν χειροκροτήματα. Είχε έρθει η σειρά μου.
Όπως διαπιστώνουμε, λοιπόν, το ‘γκόμενα’ έχει τις ρίζες του στη γυναίκα, στο στολίδι, την τσαχπινιά. Εμείς οι ίδιοι του προσδώσαμε αρνητική χροιά, κάτι αναμενόμενο (αλλά όχι αποδεκτό), αν σκεφτούμε πως μέχρι πρότινος η γυναίκα και ιδιαίτερα η κοκέτα θεωρούνταν άσεμνη.
Ακόμα κι έτσι να συμβαίνει όμως, δε δικαιολογείται η θετική χροιά που προσλαμβάνει η λέξη με την κατάληξη –άρα. Αν κάποιον τον πεις ‘ψώνιο’ κι έναν δεύτερο ‘ψωνάρα’, τότε ο δεύτερος -συγκριτικά- πρέπει να προσβληθεί περισσότερο από τον πρώτο, μια και το ‘ψωνάρα’ είναι ισχυρότερο νοηματικά από το «ψώνιο». Και λέω ‘πρέπει’, γιατί για μένα το να είσαι ψώνιο με στυλ (πόσο μάλλον ψωνάρα) είναι προσόν. Εδώ όμως μιλάμε για την πλειονότητα των ανθρώπων, για τους οποίους το ‘ψωνάρα’ είναι αρνητικό.

Με βάση τα προηγούμενα λοιπόν, το ‘γκομενάρα’ θα έπρεπε να ‘θίγει’ περισσότερο κάποια απ’ ότι το ‘γκόμενα’. Γιατί λοιπόν δε συμβαίνει αυτό; Γιατί πολύ απλά οι γυναίκες είμαστε ανάποδοι άνθρωποι. Ναι, ναι, εγώ το λέω αυτό. Και για να μην ξεχνιόμαστε, πάμε και στο απέναντι ανδρικό στρατόπεδο. Αν για κάποιον άνδρα πεις: «Βγήκα με τον γκόμενό μου», το πράγμα θα κυλήσει ομαλά (στις πλείστες περιπτώσεις). Υπάρχει όμως και το υποκοριστικό ‘γκομενάκι’. Στη γιορτή μου (λίγες μέρες πριν τη συζήτηση που σας περιγράφω) είχα λάβει ευχετήριο μήνυμα από φίλη μου, που έλεγε : «Κούκλα μου, χρόνια πολλά! Εύχομαι υγεία, αγάπη, τρέλα, γέλιο, άφθονο σεξ κι ένα σένιο γκομενάκι».
Αν αυτό το μήνυμα το αντίκριζε λίγο αργότερα το ‘γκομενάκι’, θα μου ’λεγε : «Ωραίες φίλες! Μπράβο! Έτσι μιλάτε μεταξύ σας για τους άντρες;». Καλά, αυτό δε θα το αναλύσω, γιατί το πώς μιλάμε οι γυναίκες για τους άντρες απαιτεί ειδικό αφιέρωμα.
Επανέρχομαι λοιπόν. Αφού το ‘γκόμενος’ δεν είναι υποτιμητικό για τους άντρες, γιατί να τους τη σπάει το ‘γκομενάκι’; Το υποκοριστικό θα έπρεπε να τους αφήνει αδιάφορους. Όταν αντί για ‘μωρό μου’ τους αποκαλέσεις ‘μωράκι μου’ δεν αντιδρούν. Όταν λοιπόν αντί για ‘γκόμενο’ πεις ‘γκομενάκι’, στραβομουτσουνιάζουν. Τι γίνεται ρε παιδιά;. Μια πρώτη σκέψη είναι ότι έτσι αποκαλούν οι ίδιοι τις εύκολες bimbos. Μμμ... υποψιάζομαι λοιπόν μια υφέρπουσα ανασφάλεια για τον ανδρισμό κάποιων. Δεν το λέω εγώ, ο γλωσσικός μας πλούτος το αποδεικνύει – έστω το υπονοεί. Άρα και οι άνδρες είναι ανάποδοι άνθρωποι.
Οπότε το ερώτημα παραμένει. Γκόμενος, γκόμενα, γκομενάρα ή γκομενάκι; Πώς μπορούν απλές καταλήξεις να επηρεάζουν την ψυχολογία μας και να καθορίζουν το πώς θα εξελιχθεί η σχέση μας με κάποιον που αγαπάμε ή γουστάρουμε πολύ; Οι λέξεις που αναφέρω είναι σταγόνα στον ωκεανό. Και ναι, είναι θέμα το πώς θα αποκαλέσουμε ή θα συστήσουμε τον σύντροφό μας. Ποιος δεν έχει προβληματιστεί πάνω σε αυτό; Ποιος δεν είχε έστω και μια μικρή διένεξη για μια κατάληξη; Αξίζει;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Ξέρω απλά ότι συμβαίνει. Ξέρω ότι εμείς οι ίδιοι έχουμε εισαγάγει την πολυπλοκότητα στην καθημερινότητά μας μ’ έναν τρόπο ανήθικο. Έχουμε ξεχάσει το χιούμορ μας. Δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στις λέξεις απ’ ό,τι στα συναισθήματά μας. Χρησιμοποιώ α’ πληθυντικό. Περιμένουμε πότε θα πει ο άλλος πρώτος το «σ’ αγαπώ» για να του το επιβεβαιώσουμε μ’ ένα «κι εγώ». Αναλωνόμαστε σ’ ένα παιχνίδι εντυπώσεων και ανταγωνισμού, που είναι παντελώς άσχετο με την αφοσίωση και την ειλικρίνεια σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Περιμένουμε να ακούσουμε τρυφερά λόγια κι όταν μας ξαφνιάσει ο γκόμενός-ά μας και τα πει απρόσμενα, τρομάζουμε. Παίζουμε με τις λέξεις, γιατί σοκαριζόμαστε όταν καλούμαστε να παίξουμε με το βλέμμα ή το άγγιγμα. Αναζητούμε τη δοτικότητα και ξαφνικά την ονομάζουμε δέσμευση. Το ‘δέσμευση’, όμως, είναι δεσμά, αιχμαλωσία. Μια σχέση εμπιστοσύνης και ολοκλήρωσης είναι ελευθερία και όχι αιχμαλωσία. Είναι δημιουργία, ανακάλυψη, πειραματισμός. Όλα αυτά λοιπόν είναι άσχετα από πραγματολογικά στοιχεία, όπως καταλήξεις, πρωτιές σε δηλώσεις και απολαύσεις του στυλ «Εκείνος μου είπε πρώτος ‘σ’ αγαπώ’».
Θα μου πείτε όμως «ωραία όλ’ αυτά, αλλά λύση υπάρχει, Dr. Love;»
Βεβαίως και υπάρχει! Την επόμενη φορά που θα κάνετε σεξ με τον γκόμενο ή την γκόμενά σας, να έχετε και τον Μπαμπινιώτη μαζί, ώστε να αιτιολογείτε ετυμολογικά το τι λέτε.
Εναλλακτική λύση είναι το κίνητρο. Βάλτε έπαθλο: όποιος πάρει πρώτος τον άλλο αγκαλιά, τότε κερδίζει πρωινό στο κρεβάτι από τα χεράκια του καλού-ής του.
Ευχαριστώ. Τους ζυγούς λύσατε! Φεύγω, γιατί αρχίζει το ‘Της αγάπης μαχαιριά’ με τον Σόμμερ!
Επαναφέρω τον αναγνώστη. Έτσι τελείωσε λοιπόν η κουβέντα εκείνης της βραδιάς. Ευχάριστα, όμορφα και με πολλά γέλια. Θεωρώ κρίμα να μην αναφέρω το οριστικό φινάλε. Αφού λοιπόν ο καθένας έκανε τα σχόλιά του, γελάσαμε, προβληματιστήκαμε ,ξεφύγαμε σε άλλα θέματα και σοκαρίστηκαν για την εμμονή μου με τον Σόμμερ, ετέθη η απορία:
- «Για ποιον λόγο να επιλέξει κάποιος-α γκόμενο-α από τη Φιλολογία;».
- «Μα, γιατί ξέρει καλά τον χειρισμό της...γλώσσας...!!!».
Αφιερωμένο στους φιλολόγους της παρέας με την ευχή να γίνουν καταπληκτικοί παιδαγωγοί (που θα γίνουν...)
Ιωάννα.
Το άρθρο μπορείτε να το κατεβάσετε σε εκτυπώσιμη μορφή από το site του περιοδικού:
http://saligaros.googlepages.com/H_gomena_h_gomenara_kai_to_gomenaki.pdf
(χρειάζεται το δωρεάν πρόγραμμα Adobe Reader)



