Εχοντας πρόσφατα ολοκληρώσει τις σπουδές μου νοσταλγώ τα περασμένα υπέροχα χρόνια που έζησα σπουδάζοντας στο νησί και νιώθω έντονα την ανάγκη να ξαναβρεθώ με την παρέα μου, να είμαι στο χώρο του πανεπιστημίου και να νιώθω μέλος του, να αντικρύσω ξανά το νησάκι μου, να βιώσω την καθημερινότητα όπως ήταν – που μόνο ρουτίνας δεν θα την χαρακτήριζες, επειδή συχνά βρίσκαμε τον τρόπο να κάνουμε κάτι διαφορετικό μέσα στο πλήθος υποχρεώσεων και δραστηριοτήτων.
Τώρα πλέον η ζωή απέκτησε άλλους ρυθμούς. Αγώνας δρόμου για εύρεση εργασίας, επιστροφή στα πάτρια εδάφη, προσαρμογή στα παλιά – προ πανεπιστημίου – δεδομένα, μαθαίνοντας να ζεις μακριά από αγαπημένους σου ανθρώπους, που με καλό συντονισμό μπορείς να συναντάς. Ρυθμοί που, αν και έντονοι, δεν αλλάζουν ιδιαίτερα από μέρα σε μέρα αν δεν το επιδιώξεις. Έτσι, κάποιες φορές που με πιάνει νοσταλγία πιάνω τον εαυτό μου να κάθομαι στον υπολογιστή μου και να κοιτάζω φωτογραφίες, όπως και τώρα...

Ουπς... να και μία που μου κίνησε το ενδιαφέρον και την κράτησα... «Ζούμε για τις Παρασκευές». Το είχε γράψει μία συμφοιτήτρια στον πίνακα του εργαστηρίου υπολογιστών της σχολής φεύγοντας. Τι να ήθελε να πει άραγε; Και γιατί ένιωσε την ανάγκη να πει κάτι και να μείνει γραμμένο στον πίνακα; Ανάγκη να μοιραστεί τον «πόνο» της με όσους/ες τύχει να το δουν; Εγώ πάντως το εξέλαβα διττά. Και γιατί διττά; Θα εξηγήσω αμέσως...
Από τη μία το αναγνωρίζω ως μια κραυγή. Κραυγή για την πίεση που μπορεί να βιώνει κάποιος από τις πολλές υποχρεώσεις του και τους γρήγορους ρυθμούς με τους οποίους πρέπει να κινείται οτιδήποτε και εσύ μαζί. Ρυθμοί που πρέπει να συμβαδίζεις με αυτούς για να τα καταφέρεις και να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις ή και στις προσδοκίες σου και να νιώσεις ότι, παρόλα αυτά, ζεις και όχι απλά επιβιώνεις. Ναι, ακόμη και για έναν/μία φοιτητή/φοιτήτρια ισχύει αυτό, όσο περίεργο κι αν ακούγεται για κάποιους. Απομένει, λοιπόν, η προσμονή της Παρασκευής (και του απερχόμενου σαββατοκύριακου) για να βρεις ευκαιρία να χαλαρώσεις λιγάκι, να δεις τους φίλους και τις φίλες σου, να πας μια εκδρομή, να ασχοληθείς με κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή χόμπι που μπορεί να έχεις ή απλά να κάνεις τις εργασίες σου σε πιο χαλαρούς ρυθμούς.
Αυτό, βέβαια, μπορεί να ισχύει και για τον οποιονδήποτε. Πόσοι άνθρωποι καθημερινά περνούν το δικό τους γολγοθά, σηκώνοντας τα βάρη τους – είτε αυτά είναι οικονομικά, οικογενειακά, εργασιακά, ψυχολογικά, κοινωνικά κ.α. Βάρη που πολλές φορές μπορεί να συγκρούονται με τις επιθυμίες τους, καθώς υπάρχουν πράγματα που πιθανόν να ήθελαν να κάνουν αλλά δεν βρίσκουν τον χρόνο (και το χρήμα πλέον). Ακόμη κι αν κάποιος ασχολείται με πράγματα που τον ενδιαφέρουν σε πλαίσια δουλειάς (αν έχει την τύχη να δουλεύει), σίγουρα θα θέλει να κάνει πράγματα και για δική του ευχαρίστηση. Αλλά η εποχή στην οποία ζούμε απαιτεί από όλους να κάνουμε πολλά πράγματα μαζί, με αποτέλεσμα να μην προλαβαίνουμε να κάνουμε όλα όσα μπορεί να θέλαμε για τους εαυτούς μας. Επομένως, και σε αυτή την περίπτωση μπορεί κανείς να προσμένει την «Παρασκευή» του.
Από την άλλη, θα μπορούσε να υποδηλώνει ένα ξέσπασμα τεμπελιάς. Ένας άνθρωπος που έχει μεν να ασχοληθεί με πολλά πράγματα καθημερινά, αλλά δεν βρίσκει το λόγο και το ενδιαφέρον να τα κάνει, επιζητώντας έτσι μια διαφυγή από τις «ανούσιες» για εκείνον υποχρεώσεις. Μπορεί να είναι από άρνηση να δει την ουσία όχι μόνο σε αυτό που σπουδάζει (στην περίπτωση του φοιτητή ή της φοιτήτριας) αλλά γενικά σε ό,τι μπορεί να απασχολεί έναν άνθρωπο ως μέλος μιας κοινωνίας, ακόμη και αν το έχει επιλέξει. Συχνά αναφέρεται, άλλωστε, πως η συμπεριφορά ενός ανθρώπου σε μια πανεπιστημιακή κοινότητα, είναι ένα δείγμα, μια μικρογραφία της κοινωνικής του ζωής και πέρα από το πανεπιστήμιο, ως πολίτης.
Κατά αυτόν τον τρόπο, μπορεί κανείς να προσέξει πως υπάρχουν φοιτητές και φοιτήτριες που δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικά για αυτό που σπουδάζουν και θεωρούν το πανεπιστήμιο σαν κάτι δευτερεύον, μια αναγκαστική υποχρέωση που απλά βρίσκεται στη ζωή τους για «να τους βασανίζει» ή είναι κάτι που κινείται στα παρασκήνια της «ζωάρας» τους μακριά από την οικογένεια για να τους θυμίζει πως σπουδάζουν (βλέπε: αποστασιοποίηση από την ουσία των σπουδών). Δεν είναι άλλωστε σπάνιο να ακούσεις σε παρέες φοιτητών μερικές φράσεις όπως: «Έλα πάμε για καφέ, τόσο ωραία μέρα μες στο αμφιθέατρο θα την βγάλουμε;», «Ωχου, πάλι με έκοψε ο τάδε», «Έλα βρε που ανησυχείς για το πανεπιστήμιο και τα μαθήματα, πέρνα από το τραπεζάκι της παράταξής μας να γραφτείς και στήριξέ μας στις εκλογές και θα στα λύσουμε όλα τα ζητήματα εμείς» ή «Κανένα sos παιδιά παίζει;» και άλλα παρόμοια. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα ευθύνη του ίδιου του ατόμου αλλά απόρροια ενός ευρύτερου συστήματος και ιδεολογίας που μας περιβάλλει, στο οποίο εμείς καλούμαστε είτε να αντισταθούμε είτε αποδεχόμενοι να πορευθούμε με αυτό...

Με άλλα λόγια, μπορεί να δείχνει έναν άνθρωπο φυλακισμένο στις επιτάξεις της εποχής που πασχίζει να πάρει ένα πτυχίο σε ένα επάγγελμα που δεν τον εκφράζει, με την πεποίθηση ότι θα αποκατασταθεί επαγγελματικά κάποια στιγμή, και κατά συνέπεια «βασανίζεται» από τη φοιτητική καθημερινότητά του, επιζητώντας να βρει ευκαιρία να ασχοληθεί με κάτι που να μην έχει σχέση με το πανεπιστήμιο – ένα σαββατοκύριακο με παρέα, μια νυχτερινή έξοδος, ένα μεθύσι... και ό, τι άλλο σκεφτεί κανείς που να απομακρύνει την έννοια και υπόσταση του πανεπιστημίου από την φοιτητική ιδιότητα. Φοιτητική ιδιότητα δεν είναι μόνο η φοίτηση στο πανεπιστήμιο, αλλά και όλα τα τρελά, δημιουργικά, ανέμελα και απερίσκεπτα πράγματα που μπορεί να την συνοδεύουν. Φοιτητής χωρίς πανεπιστήμιο, όμως, υφίσταται; Μάλλον ξεχνιέται αυτό κάποιες φορές.
Καλές είναι οι συχνές έξοδοι, οι ατελείωτες ώρες με την παρέα και οι «αποδράσεις» από τα μαθήματα για ένα καφέ. Είναι αρκετά ελκυστικό και «βολικό» να περνιούνται μαθήματα χωρίς ιδιαίτερη μελέτη, με κλεμμένες/πληρωμένες εργασίες και παγαποντιές στις εξετάσεις (γίνονται και τέτοια), αλλά πολύ φοβάμαι ότι αυτό μόνο δεν σημαίνει φοιτητής. Σαφώς δεν έχω πρόθεση να κατηγορήσω τη φοιτητική κοινότητα ή να στραφώ προς γενικεύσεις περί της φοιτητικής μας ζωής. Καλό όμως είναι να μην ξεχνάμε να ρωτάμε τους εαυτούς μας «ποιοι είμαστε, πού βρισκόμαστε, τί κάνουμε και γιατί;» κι όχι να προσμένουμε μια «Παρασκευή» για να ξεφύγουμε από τη διαδικασία να μας θέσουμε αυτές τις ερωτήσεις.
Αυτή η εικόνα, λοιπόν, μου γέννησε αυτές τις σκέψεις. Σκέψεις που είχα ως ανησυχίες τόσο κατά τη διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής, όσο και τώρα που τα βλέπω πιο αποστασιοποιημένα.
Εσείς; Τι λέτε για τις «Παρασκευές» που περιμένετε να έρθουν;



